Σε πρόσφατη τηλεοπτική του συνέντευξη, ο κ. Αυτιάς έκανε μια δήλωση που τάραξε τα νερά: είπε ξεκάθαρα ότι «η ΑΑΔΕ δεν ανήκει στο ελληνικό κράτος, αλλά στους δανειστές». Το σχόλιό του έγινε κατά τη διάρκεια συζήτησης για το υπερπλεόνασμα και τον τρόπο κατανομής του. Μάλιστα, θεώρησε αυτονόητο ότι το 60% του πλεονάσματος θα κατευθυνθεί στην αποπληρωμή του χρέους, λέγοντας χαρακτηριστικά «πήρες δανεικά, μπήκες σε τρία μνημόνια… δε θα τα επιστρέψεις;». Η δήλωση αυτή προκάλεσε σοκ, ιδίως επειδή προήλθε από ευρωβουλευτή του κυβερνώντος κόμματος, με πολυετή εμπειρία στη δημοσιογραφία και σπουδές στο Δημόσιο Δίκαιο.

Το ερώτημα που γεννάται είναι γιατί ο ίδιος επέλεξε να μιλήσει τόσο ανοιχτά τώρα, ως εκλεγμένος εκπρόσωπος των Ελλήνων πολιτών στο Ευρωκοινοβούλιο, επιβεβαιώνοντας ότι η ΑΑΔΕ λειτουργεί ουσιαστικά ανεξέλεγκτη και υπό ξένη επιτήρηση. Αν η δήλωσή του είναι ακριβής, τότε σημαίνει ότι μεγάλο μέρος του εθνικού μας πλούτου και των εσόδων μας βρίσκεται εκτός ελέγχου της ελληνικής κυβέρνησης, μια πραγματικότητα που ισοδυναμεί με παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας.

Το πλέον ανησυχητικό είναι ότι ο κ. Αυτιάς δεν έφερε ποτέ το θέμα αυτό στην Ευρωβουλή, όπου θα μπορούσε να το θέσει επίσημα, αλλά προτίμησε να το αναφέρει χαλαρά σε τηλεοπτική συζήτηση. Το ίδιο ισχύει και για την περίοδο που ήταν δημοσιογράφος: ποτέ δεν ανέλυσε διεξοδικά το νόμο του 2016 που ίδρυσε την ΑΑΔΕ ως ανεξάρτητη αρχή, εκτός συνταγματικού ελέγχου, με απόλυτη αρμοδιότητα στη συλλογή των φορολογικών εσόδων.

Η Ελληνική Βουλή, ψηφίζοντας έναν τέτοιο νόμο, ουσιαστικά αυτοκαταργείται από το θεσμικό της ρόλο, παραδίδοντας τον έλεγχο των δημοσίων εσόδων σε έναν φορέα που δεν υπόκειται σε λογοδοσία. Την ίδια στιγμή, η Δικαιοσύνη παραμένει σιωπηλή, ενώ η κοινωνία βυθίζεται στη φτώχεια. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 2024 πάνω από 26,9% των Ελλήνων ,περισσότεροι από 2,7 εκατομμύρια άνθρωποι, βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, με την κατάσταση να επιδεινώνεται χρόνο με το χρόνο.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει περιοριστεί σε τυπικούς ισολογισμούς, χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις, γεγονός που εκλαμβάνεται ως σιωπηρή συναίνεση. Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης αμφισβητείται, καθώς οι επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων διορίζονται από την εκτελεστική εξουσία, παραβιάζοντας την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο πολίτης μοιάζει αόρατος, χωρίς πραγματικό μέσο να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του. Η Βουλή, που θα έπρεπε να είναι ο θεσμός προστασίας του, εμφανίζεται ως ένα τυπικό σώμα που ούτε καν συγκροτείται σε σώμα όπως προβλέπει το Σύνταγμα, ενώ υπογράφει νόμους που οδηγούν σε περαιτέρω οικονομική και κοινωνική υποδούλωση.

Το αποτέλεσμα είναι μια διοίκηση που ναι μεν υπάρχει, αλλά δεν είναι χρηστή. Οι πόροι του κράτους κατευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση του χρέους, χωρίς διαφάνεια, χωρίς πραγματική λογοδοσία. Ο πολίτης δεν γνωρίζει ούτε τι χρωστά η χώρα, ούτε πώς υπολογίζονται οι ανάγκες που δικαιολογούν τη φορολόγηση.

Η λύση βρίσκεται στη ριζική αναδόμηση του συστήματος: ένα Υπουργείο Οικονομικών που λειτουργεί με πλήρη διαφάνεια, ενιαίους κανόνες φορολόγησης με μακροπρόθεσμο ορίζοντα και πραγματικά ανταποδοτικούς φόρους. Μια πολιτεία που θεσπίζει νόμους με γνώμονα τις αξίες του Δικαίου, του Σεβασμού και της Ελευθερίας, εξασφαλίζοντας το συλλογικό καλό και την ευημερία του κάθε πολίτη.

Μόνο έτσι θα μπει τέλος στη φαύλη αλυσίδα χρέους – φορολογίας – φτώχειας και θα μπορέσει η Ελλάδα να σταθεί ξανά στα πόδια της, ελεύθερη από τον αόρατο ζυγό των «δανειστών».

Χ.Β.