Η Apple, επί χρόνια σύμβολο προστασίας προσωπικών δεδομένων, βρέθηκε στο επίκεντρο σκανδάλου. Η εταιρεία κατηγορήθηκε ότι η Siri κατέγραφε συνομιλίες χρηστών χωρίς τη συγκατάθεσή τους και διοχέτευε δεδομένα σε διαφημιστές.

Παρότι αρνείται οποιοδήποτε αδίκημα, συμφώνησε σε διακανονισμό ύψους 95 εκατομμυρίων δολαρίων. Εάν εγκριθεί στις 14 Φεβρουαρίου, οι κάτοχοι Apple συσκευών ενδέχεται να λάβουν έως 20 δολάρια αποζημίωση. Ωστόσο, μπροστά στα κέρδη των 705 δισεκατομμυρίων της Apple από το 2014, το ποσό μοιάζει αμελητέο.

Η απόφαση αυτή γεννά ερωτήματα: Αν η Apple ήταν αθώα, γιατί δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της στο δικαστήριο; Και αν το έκανε, μήπως το πρόστιμο θα ήταν πολύ μεγαλύτερο;

Δεν είναι μόνο η Apple. Το 2017, η Google τιμωρήθηκε με 2,4 δισεκατομμύρια ευρώ από την Ε.Ε. για καταχρηστικές πρακτικές. Οι τεχνολογικοί κολοσσοί, στο κυνήγι του κέρδους, συχνά αψηφούν τα θεμελιώδη δικαιώματα των χρηστών.

Η ιδιωτικότητα είναι αναφαίρετο ανθρώπινο δικαίωμα, κατοχυρωμένο στο Άρθρο 12 της Οικουμενικής Διακήρυξης του ΟΗΕ και στο Άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Το πιο σημαντικό όμως είναι να διασφαλίζεται από τους θεσμούς ότι οποιαδήποτε καινοτομία ή τεχνολογική εξέλιξη δεν θα παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές και αξίες της Πολιτείας και θα χρησιμοποιούνται προς όφελος όλης της κοινωνίας.

Το ερώτημα είναι: Θα αποδεχτούν οι χρήστες των Apple συσκευών τα 20 δολάρια ή θα απαιτήσουν πραγματική λογοδοσία;

X.B.