Τη Δευτέρα 12 Μαΐου 2025, ο Δήμος Παύλου Μελά τίμησε την 106η επέτειο από την τελευταία φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας, η οποία διαπράχθηκε από το κεμαλικό καθεστώς και τους Νεότουρκους εις βάρος του ποντιακού Ελληνισμού.

Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων που πραγματοποιήθηκαν στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης, τελέστηκε επιμνημόσυνη δέηση και κατατέθηκαν στεφάνια στο μνημείο του Πόντιου αγωνιστή. Οι παρευρισκόμενοι τίμησαν την ημέρα με ήχους ποντιακής λύρας και με τραγούδια που ανακαλούν τις θλιβερές μνήμες του ξεριζωμού.

Η κεντρική ομιλία δόθηκε από τον Υπουργό Άμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας και πραγματοποιήθηκε στη σκηνή «Σωκράτης Καραντινός» του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, στον ιστορικό χώρο της Μονής Λαζαριστών.

Ωστόσο, δυσμενή εντύπωση προκάλεσαν οι δηλώσεις του υφυπουργού Εσωτερικών Μακεδονίας–Θράκης στο τέλος της εκδήλωσης, ο οποίος περιορίστηκε σε μία κοινότυπη αναφορά: «Δυστυχώς, η Τουρκία μέχρι και σήμερα δεν έχει ζητήσει ούτε μια συγγνώμη». Λες και η αναγνώριση μιας γενοκτονίας εξαρτάται από μια απλή φράση μεταμέλειας.

Έναν αιώνα και πλέον μετά τα τραγικά γεγονότα, δεν μπορεί να συνεχίζεται αυτή η τακτική της επιδερμικής μνημόνευσης, με ανούσιες εκδηλώσεις και τελετουργικά άνευ πολιτικής βαρύτητας. Η σφαγή και ο εκτοπισμός εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο απλώς πολιτιστικού ενδιαφέροντος ή πρόσχημα για ανέξοδες δηλώσεις.

Η στάση των ελληνικών κυβερνήσεων στο ζήτημα της Γενοκτονίας των Ποντίων έχει υπάρξει σταθερά άτολμη. Η τουρκική επιθετικότητα γίνεται ανεκτή, χωρίς ουσιαστική αντίδραση, γεγονός που προσβάλλει όχι μόνο τη μνήμη των νεκρών, αλλά και τη συλλογική μας εθνική αξιοπρέπεια.

Η εξόντωση των Ποντίων, που έλαβε χώρα μεταξύ 1914–1923, αποτέλεσε ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, με τουλάχιστον 353.000 νεκρούς από σφαγές, εκτοπισμούς και εξαναγκαστικές πορείες θανάτου. Ολόκληρες κοινότητες εξαλείφθηκαν, και χιλιάδες άλλοι οδηγήθηκαν στον βίαιο ξεριζωμό μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη Συνθήκη της Λωζάνης.

Η Ποντιακή Γενοκτονία δεν μπορεί να παραμένει μόνο ένα κεφάλαιο της ιστορίας. Απαιτεί διπλωματική αναγνώριση και πολιτική στρατηγική που να αντικατοπτρίζει τη βαρύτητά της. Η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί διεθνώς, αξιοποιώντας όλα τα νομικά και πολιτικά μέσα που της παρέχει η θέση της στους διεθνείς οργανισμούς.

Η επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας από τον ΟΗΕ δεν έχει ακόμη ζητηθεί από τη χώρα μας. Ένα σοβαρό ολίσθημα για το οποίο όλες οι κυβερνήσεις φέρουν ευθύνη. Τέσσερις μόλις χώρες, η Κύπρος, η Σουηδία, η Αρμενία και η Ολλανδία έχουν προβεί σε τέτοια αναγνώριση. Η απουσία της ελληνικής διπλωματικής πίεσης είναι εξοργιστική.

Παράλληλα, δεν υπήρξε ποτέ ουσιαστική διασύνδεση μεταξύ της άρνησης της Τουρκίας να παραδεχτεί τη γενοκτονία και των ενταξιακών της προσπαθειών στην ΕΕ, παρότι η Ελλάδα διαθέτει δικαίωμα βέτο. Δεν προωθήθηκε ποτέ κάποια μορφή διακρατικής απαίτησης ή διαπραγμάτευσης βασισμένη στο ιστορικό μας δίκιο.

Η διαχείριση του ζητήματος δεν μπορεί να συνεχίσει να γίνεται με πολιτιστικά δρώμενα και ρητορικά ευχολόγια. Η ιστορία επιβάλλει την άσκηση σοβαρής εθνικής πολιτικής: κυρώσεις, διπλωματικά μέτρα, διεθνείς πρωτοβουλίες, και επανεκτίμηση της εξωτερικής πολιτικής με γνώμονα την εθνική αξιοπρέπεια και το δικαίωμα των θυμάτων στη δικαιοσύνη.

Δεν έχουμε ανάγκη από τουρκικές συγγνώμες. Έχουμε ανάγκη από εθνική βούληση. Η αναγνώριση της γενοκτονίας δεν είναι ηθική αποκατάσταση μόνο. Είναι απαρχή διεκδικήσεων: ηθικών, νομικών, ακόμη και εδαφικών.

Ο Πόντος δεν είναι «χαμένος». Είναι εκεί, γεωγραφικά αναλλοίωτος, και πολιτικά απαιτητός. Μια πραγματικά ελληνική κυβέρνηση οφείλει να ανασυγκροτήσει την εξωτερική της πολιτική στη βάση του εθνικού συμφέροντος, της ανεξαρτησίας και της προστασίας των δικαίων του ελληνικού πολιτισμού, ο οποίος έχει χρέος να σταθεί ισχυρός και ακέραιος στον σύγχρονο κόσμο.

Χ.Β.