Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, το καθαρό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα αυξήθηκε από 15.112 ευρώ το 2019, στα 18.709 ευρώ το 2024. Πρόκειται για μια ονομαστική αύξηση που ξεπερνά το 23%, γεγονός που σε πρώτη ανάγνωση μπορεί να δημιουργήσει εντύπωση προόδου και οικονομικής ανάκαμψης.

Ωστόσο, αυτή η παρουσίαση των αριθμών είναι μονόπλευρη. Εστιάζει αποκλειστικά στη μαθηματική μεταβολή του εισοδήματος, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά και την καθημερινότητα. Δεν γίνεται καμία αναφορά στον πληθωρισμό, την ακρίβεια και τη συνεχή άνοδο του κόστους ζωής. Αν εξετάσει κανείς την πραγματική αξία του χρήματος, θα διαπιστώσει πως ο μέσος πολίτης είχε περισσότερη αγοραστική δύναμη το 2019 με 15.112 ευρώ, απ’ ό,τι έχει σήμερα με 18.709 ευρώ.

Υπολογισμοί σε πραγματικούς όρους δείχνουν ότι η αγοραστική δύναμη έχει μειωθεί κατά περίπου 17%. Αυτό σημαίνει ότι, παρά την αύξηση στο εισόδημα, η καθημερινή δυνατότητα κάλυψης βασικών αναγκών, όπως τροφή, στέγαση, ενέργεια και μετακίνηση – έχει περιοριστεί αισθητά.

Γι’ αυτό και οι περισσότεροι πολίτες δηλώνουν πως δεν αντιλαμβάνονται καμία «ανάπτυξη» στην καθημερινότητά τους, παρόλο που οι αριθμοί των στατιστικών δείχνουν το αντίθετο. Όταν οι τιμές των αγαθών αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό από τα εισοδήματα, τότε οποιαδήποτε αύξηση παύει να έχει νόημα. Οι άνθρωποι αναγκάζονται να μειώνουν διαρκώς τα έξοδά τους και να στερούνται βασικά αγαθά και υπηρεσίες.

Η επικοινωνιακή διαχείριση αυτών των οικονομικών στοιχείων από κυβερνήσεις, θεσμούς και μέσα ενημέρωσης, συχνά παρουσιάζει επιλεκτικά τα δεδομένα. Δίνει έμφαση σε θετικούς αριθμούς, αποσιωπώντας τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που καθορίζουν την πραγματική ζωή των πολιτών. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός ψευδούς αισθήματος προόδου, που δεν επιβεβαιώνεται από την εμπειρία των ανθρώπων.

Η ουσία είναι ότι η ποιότητα ζωής δεν κρίνεται μόνο από το πόσα ευρώ έχει κανείς, αλλά από το τι μπορεί να καλύψει με αυτά. Αν κάποιος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις βασικές του ανάγκες, τότε η αριθμητική αύξηση του εισοδήματος είναι χωρίς αντίκρισμα.

Για να υπάρχει ουσιαστική οικονομική πρόοδος, χρειάζεται μια πολιτική που δεν θα στηρίζεται μόνο στο ΑΕΠ ή σε στατιστικά εισοδήματα. Πρέπει να εξετάζονται ταυτόχρονα και άλλοι σημαντικοί δείκτες: το κόστος βασικών αγαθών, η πρόσβαση στη στέγαση, η σταθερότητα στην εργασία, η ποιότητα των κοινωνικών υπηρεσιών, και η φορολογική επιβάρυνση.

Οι πολίτες που σήμερα δηλώνουν πως «δεν τα βγάζουν πέρα», δεν είναι ούτε αχάριστοι ούτε υπερβολικοί. Απλώς αποτυπώνουν την πραγματικότητα όπως τη ζουν. Μια πολιτεία που θέλει να είναι δίκαιη, πρέπει να αφουγκράζεται αυτή την πραγματικότητα και να τη λαμβάνει υπόψη της.

Η φορολογική πολιτική χρειάζεται ριζική αναμόρφωση. Η υπάρχουσα πολυνομία και οι συνεχείς μεταβολές δημιουργούν αβεβαιότητα, ενισχύουν τη γραφειοκρατία και δίνουν έδαφος σε πελατειακές σχέσεις. Είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ένας ενιαίος, ξεκάθαρος φορολογικός νόμος, με δεκαετή διάρκεια, που θα προσφέρει σταθερότητα και εμπιστοσύνη τόσο στους πολίτες όσο και στις επιχειρήσεις.

Ταυτόχρονα, η φορολόγηση πρέπει να ξεκινά από εισοδήματα άνω των 15.000 ευρώ ετησίως, ώστε να προστατεύονται οι χαμηλόμισθοι και να διασφαλίζεται η αξιοπρεπής διαβίωση. Ο κατώτατος μισθός θα πρέπει να είναι τέτοιος που να καλύπτει τουλάχιστον το 50% των βασικών αναγκών ενός εργαζόμενου, όπως στέγαση, διατροφή, ενέργεια, υγεία και κοινωνική συμμετοχή.

Ο σχεδιασμός της δημοσιονομικής πολιτικής οφείλει να γίνεται με άξονα όχι μόνο την οικονομική ισορροπία, αλλά και τη δικαιοσύνη. Μόνο μέσα σε ένα πλαίσιο διαφάνειας, λογοδοσίας και κοινωνικής ευαισθησίας μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη που να αφορά το σύνολο των πολιτών και όχι μόνο τα νούμερα στα δελτία Τύπου.

Χ.Β.