Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις. Μια διαδικασία που, εδώ και πάνω από μισό αιώνα, καθορίζει το μέλλον χιλιάδων μαθητών, βάζοντας ολόκληρες οικογένειες και εκπαιδευτικές κοινότητες σε μια δίνη άγχους, κόστους και υπερπροσπάθειας.
Από το 1964, όταν καθιερώθηκαν για πρώτη φορά ως «Εισιτήριες Εξετάσεις», μέχρι τη μετεξέλιξή τους το 1980 σε αυτό που σήμερα αποκαλούμε Πανελλήνιες, το σύστημα αυτό αποτελεί έναν θεσμό που με λίγες εξαιρέσεις, παραμένει σχεδόν αναλλοίωτος, παρά τις αλλαγές στην κοινωνία, την τεχνολογία και τις ίδιες τις ανάγκες της γνώσης.
Κάθε χρόνο, δαπανώνται δεκάδες εκατομμύρια ευρώ για τη διοργάνωσή τους, ενώ το πραγματικό τίμημα το πληρώνουν οι μαθητές με την ψυχική φθορά, οι εκπαιδευτικοί με την πίεση χρόνου και οι γονείς με τις θυσίες τους για την εξωσχολική στήριξη που έχει πλέον καταστεί υποχρεωτική.
Το φετινό θέμα στο μάθημα της Γλώσσας και Λογοτεχνίας ήταν η «δημιουργικότητα». Οι μαθητές κλήθηκαν να εκφραστούν πάνω σε έναν όρο που δεν έχει, ωστόσο, καμία ουσιαστική εφαρμογή στην καθημερινότητά τους. Πώς να γράψεις για κάτι που δεν σου επιτρέπεται να βιώσεις;
Το σχολείο που οι περισσότεροι βιώνουν σήμερα, δεν προωθεί τη δημιουργικότητα, αλλά την καταπιέζει. Αντί να δίνει χώρο στη φαντασία, επιβάλλει παπαγαλία. Αντί να ενισχύει το ταλέντο, αναλώνεται στο να καλύψει «ύλη». Οι τέχνες και η σωματική έκφραση, βασικά εργαλεία καλλιέργειας, έχουν εξοριστεί από τη σχολική ζωή ή λειτουργούν τυπικά, στο περιθώριο. Η μουσική, το θέατρο, η ζωγραφική, η δημιουργική γραφή δεν θεωρούνται «ουσιώδη» ,άρα παραμελούνται.
Το σύστημα διατηρεί δύο ταχύτητες: ένα φαινομενικό σχολείο και μια παράλληλη ιδιωτική εκπαίδευση. Τα φροντιστήρια συμπληρώνουν τα κενά, εντείνοντας την ανισότητα. Οι δραστηριότητες που θα μπορούσαν να απελευθερώσουν τη δημιουργικότητα των παιδιών μεταφέρονται εκτός σχολείου, με επιπλέον οικονομική επιβάρυνση για την οικογένεια.
Μπορεί, άραγε, ένα εκπαιδευτικό σύστημα να καλλιεργήσει δημιουργικές προσωπικότητες όταν στερείται βασικών υποδομών, εργαστηρίων, αιθουσών, βιβλιοθηκών και χώρων έκφρασης;
Μπορεί ένα σχολείο που εστιάζει στις εξετάσεις και όχι στην εμπειρία, να αναπτύξει την θέληση για τη μάθηση;
Η απάντηση είναι πως όχι, όχι όσο η δημιουργικότητα αντιμετωπίζεται ως πολυτέλεια και όχι ως δικαίωμα. Αν πραγματικά θέλουμε να ενθαρρύνουμε τη δημιουργική σκέψη, τότε το σχολείο πρέπει να αποκτήσει έναν νέο προσανατολισμό. Να πάψει να μετρά τα πάντα σε μόρια και να αρχίσει να βλέπει τον μαθητή ως προσωπικότητα, όχι μόνο ως διαγωνιζόμενο.
Η παιδεία δεν είναι μηχανισμός επιλογής, αλλά πεδίο ανάπτυξης. Και η δημιουργία δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια έκθεση 400 λέξεων μία φορά τον χρόνο.
Αν θέλουμε ένα σχολείο που να εμπνέει, που να ενθαρρύνει την έκφραση, που να στηρίζει ταλέντα και να προετοιμάζει νέους ανθρώπους για τη ζωή και όχι μόνο για το πανεπιστήμιο, τότε πρέπει να το αλλάξουμε από τη ρίζα του.
Η δημιουργία, λέξη παράγωγη του «δήμος» και «έργο», δεν μπορεί να ευδοκιμήσει σε αποστειρωμένα περιβάλλοντα. Χρειάζεται επένδυση στην τέχνη, στην ελευθερία, στην αμφισβήτηση. Χρειάζεται εμπιστοσύνη στους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς. Χρειάζεται ένα σχολείο που να αντικατοπτρίζει την κοινωνία που θέλουμε, όχι την κοινωνία που φοβόμαστε να αλλάξουμε.
Χ.Β.
Leave A Comment