Αρχές Ιουλίου και ήδη η χώρα μετράει τεράστιες πληγές από τις πύρινες λαίλαπες. Οι φωτιές έχουν αφήσει πίσω τους στάχτη: καμένα ζώα, κατεστραμμένα σπίτια, χαμένες καλλιέργειες και δασικά οικοσυστήματα που χρειάστηκαν δεκαετίες για να αναπτυχθούν.
Μόνο μέσα σε δέκα μέρες, σοβαρές πυρκαγιές ξέσπασαν σε Αττική, Θεσσαλονίκη, Κρήτη, Χίο και Χαλκιδική.
Στη Χίο, η τραγωδία πήρε ανυπολόγιστες διαστάσεις. Η φωτιά που ξέσπασε στις 22 Ιουνίου 2025 έκαψε, σύμφωνα με τα στοιχεία του Copernicus, πάνω από 40.000 στρέμματα. Από αυτά, τα 32.000 ήταν δασικές εκτάσεις, μια οικολογική καταστροφή που δύσκολα θα αποκατασταθεί.
Στη Σιθωνία της Χαλκιδικής, η πυρκαγιά της 2ας Ιουλίου έφτασε μέχρι τις παρυφές της Βουρβουρούς, απειλώντας παραθεριστές και κατασκηνώσεις. Η άμεση εκκένωση απέτρεψε τα χειρότερα, ενώ οι σχετικά χαμηλοί άνεμοι έδωσαν στα εναέρια μέσα τη δυνατότητα να δράσουν αποτελεσματικά.
Αντίθετα, στην Κρήτη οι συνθήκες ήταν εφιαλτικές. Ισχυροί άνεμοι και πολλαπλά μέτωπα σε Ιεράπετρα, Άγιο Ιωάννη, Φερμά, Αχλιά και άλλες περιοχές έκαναν το έργο των πυροσβεστών τιτάνιο. Περισσότεροι από 230 άνδρες και γυναίκες της πυροσβεστικής, μαζί με εθελοντές και κατοίκους, πάλεψαν επί ώρες. Χιλιάδες στρέμματα, θερμοκήπια, σπίτια, κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις και ζώα χάθηκαν. Ολόκληρα χωριά και ξενοδοχεία εκκενώθηκαν για να σωθούν ανθρώπινες ζωές.
Οι καταστροφές ήταν τόσο εκτεταμένες, που αρκετές περιοχές τέθηκαν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τρεις μήνες. Παράλληλα, κλιμάκια της ΚΑΕΕ ερευνούν τα αίτια, καθώς υπάρχουν βάσιμες υποψίες για οργανωμένους εμπρησμούς.
Η αλήθεια, όμως, είναι πως οι φωτιές στη χώρα μας δεν είναι ποτέ «απρόβλεπτες». Το διαχρονικό έλλειμμα πρόληψης και συντονισμού έχει μετατρέψει την Ελλάδα σε χώρα που κάθε καλοκαίρι παραδίδεται αμαχητί στις φλόγες.
Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του επικεφαλής Πολιτικής Προστασίας Κεντρικής Μακεδονίας, κ. Στεργιάδη, χρειάστηκε να μεταφερθούν μπουλντόζες και μηχανήματα εκ των υστέρων για να φτιαχτούν αντιπυρικές ζώνες στην Βουρβουρού. Δηλαδή, αντί η πρόληψη να προηγείται, τρέχουμε να μαζέψουμε τα ασυμμάζευτα.
Και όμως, μέχρι το 1998, η δασοπυρόσβεση ήταν αρμοδιότητα των δασαρχείων. Παρά τις ελλείψεις σε κονδύλια και προσωπικό, οι δασικές υπηρεσίες γνώριζαν το πεδίο, συντηρούσαν αντιπυρικές ζώνες, διέθεταν δασοφύλακες και πυροφυλάκια, ενώ η παρουσία τους λειτουργούσε αποτρεπτικά για κάθε εμπρηστή. Μετά τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων στην Πυροσβεστική, χάθηκε η τεχνογνωσία δεκαετιών.
Σήμερα, οι πυροσβέστες καλούνται να καλύψουν τα κενά ενός συστήματος με ανεπαρκή εξοπλισμό, απαρχαιωμένα αεροπλάνα, ελλιπές προσωπικό και ελάχιστες προσλήψεις. Οι ίδιοι μιλούν για εξαντλητικά ωράρια, κίνδυνο ζωής και ανύπαρκτη στήριξη από το κράτος. Όταν διαμαρτύρονται, η απάντηση είναι η καταστολή, οι ίδιοι που αποκαλούνται “ήρωες” το καλοκαίρι, χτυπιούνται από τα ΜΑΤ τον χειμώνα.
Η ουσία παραμένει: κάθε χρόνο χάνουμε ανεκτίμητες δασικές εκτάσεις, πνεύμονες πρασίνου που εξασφαλίζουν το μέλλον μας. Οι πολίτες πληρώνουν με περιουσίες, κόπους ζωής και πολλές φορές με αίμα, ενώ το κράτος δείχνει ανίκανο ή αδιάφορο.
Η Ελλήνων Συνέλευσις τονίζει ότι αυτό το μοντέλο καταστροφής πρέπει να σταματήσει. Σχεδιάζει πλήρη αναβάθμιση του πυροσβεστικού σώματος με σύγχρονα μέσα, δορυφορική παρακολούθηση, δημιουργία αντιπυρικών ζωνών σε όλη την επικράτεια και ενίσχυση του προσωπικού με μόνιμες προσλήψεις και αξιοπρεπή μισθολογική και ασφαλιστική κάλυψη.
Το μήνυμα είναι σαφές: η προστασία της ζωής, του περιβάλλοντος και της χώρας δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Ήρθε η ώρα οι πολίτες να επιλέξουν αν θα συνεχίσουν να ζουν με τις στάχτες ή αν θα απαιτήσουν πραγματική αλλαγή.
Χ.Β.
Leave A Comment