Με στόχο τη μείωση του κόστους ταφής απορριμμάτων, το Υπουργείο Περιβάλλοντος σχεδιάζει την εγκατάσταση έξι μονάδων καύσης σε Ροδόπη, Κοζάνη, Πελοπόννησο, Βοιωτία, Αττική και Ηράκλειο Κρήτης. Οι νέες αυτές υποδομές θα επεξεργάζονται καύσιμα που προέρχονται από απορρίμματα, είτε ως προϊόν επεξεργασίας είτε ως σύμμεικτα σκουπίδια. Σύμφωνα με τα σχέδια, η ενεργειακή αξιοποίηση των απορριμμάτων θα μειώσει δραστικά την ταφή σε ΧΥΤΑ κάτω από το 10% έως το 2030, ενώ η παραγωγή ενέργειας θεωρείται ότι θα ενισχύσει την ενεργειακή σταθερότητα της χώρας.

Ωστόσο, το εγχείρημα δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα. Οι απαιτούμενες επενδύσεις είναι ιδιαίτερα υψηλές και το κόστος τελικά μετακυλιέται στους Δήμους και στους πολίτες. Οι Δήμοι καλούνται να συνάψουν δεκαετείς συμβάσεις, δεσμευόμενοι σε ένα μοντέλο που ενδέχεται να εμποδίσει την προώθηση σύγχρονων λύσεων ανακύκλωσης στο μέλλον.

Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν χρηματοδοτεί αυτού του είδους τις μονάδες, καθώς θεωρούνται αναχρονιστικές και ασύμβατες με τους στόχους περιβαλλοντικής βιωσιμότητας. Παράλληλα, δεν υπάρχουν περιορισμοί στη διάστασή τους από την κοινοτική νομοθεσία, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για μεγάλες κατασκευές με αβέβαιες συνέπειες στο περιβάλλον. Η χώρα μας, που ήδη αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις στην περιβαλλοντική προστασία, κινδυνεύει να επιβαρυνθεί ακόμη περισσότερο.

Πίσω από κλειστές πόρτες φαίνεται να δρομολογείται η υλοποίηση ενός παρωχημένου σχεδίου διαχείρισης αποβλήτων, ακυρώνοντας όσα για χρόνια παρουσιάζονταν ως στρατηγική για μια βιώσιμη, πράσινη ανάπτυξη. Η υποτιθέμενη διαβούλευση δείχνει προσχηματική, καθώς οι αποφάσεις φαίνεται πως έχουν ήδη ληφθεί χωρίς να ζητηθεί η γνώμη των τοπικών κοινωνιών.

Η επένδυση σε αυτές τις μονάδες ουσιαστικά θα μετατρέψει περιοχές σε ενεργειακά νεκροταφεία, χωρίς ουσιαστικά οφέλη για τους κατοίκους, ενώ θα επιβαρύνει το περιβάλλον με ρύπους υψηλής επικινδυνότητας – διοξίνες, βαρέα μέταλλα – και χωρίς επαρκείς εγγυήσεις για την υγεία των πολιτών.

Η καύση απορριμμάτων προβάλλεται ως ενεργειακή λύση, όμως στην πραγματικότητα καλύπτει την αποτυχία της πολιτείας να οργανώσει αποτελεσματικά την ανακύκλωση. Πίσω από τις επενδύσεις αυτές φαίνεται να κρύβονται τα συμφέροντα συγκεκριμένων επιχειρηματικών κύκλων, ενώ το περιβάλλον και οι πολίτες καλούνται να πληρώσουν το τίμημα.

Η επιλογή της καύσης όχι μόνο δεν συμβαδίζει με τις περιβαλλοντικές δεσμεύσεις του 2030, αλλά ενδέχεται να οδηγήσει σε νέα πρόστιμα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τον ήδη δοκιμαζόμενο Έλληνα φορολογούμενο.

Οι πολίτες οφείλουν να διεκδικήσουν πολιτικές που προστατεύουν πραγματικά το περιβάλλον και την υγεία όλων μας, χωρίς να θυσιάζονται τα πάντα στον βωμό του κέρδους μιας μικρής μερίδας επιχειρήσεων. Ο άνθρωπος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το περιβάλλον και κάθε πλήγμα στη φύση αντανακλάται στην ίδια την κοινωνία μας.

Το περιβάλλον λειτουργεί με κανόνες που, όταν τους σεβόμαστε, εξασφαλίζουν ποιότητα ζωής και επάρκεια αγαθών όπως το νερό, το οξυγόνο και οι καρποί της γης. Η Ελλήνων Συνέλευσις έχει θέσει στο πρόγραμμά της ότι κάθε υποδομή θα κατασκευάζεται με σεβασμό στο φυσικό τοπίο και χωρίς περιβαλλοντική επιβάρυνση. Η ενέργεια, βασισμένη σε υδρογόνο και όχι σε ορυκτά καύσιμα, θα είναι δωρεάν για τους πολίτες, με μόνη επιβάρυνση το κόστος συντήρησης και διανομής, διασφαλίζοντας έτσι την προστασία της φύσης και της δημόσιας υγείας.

Χ.Β.